Aγαπημένη μου τηλεόραση

Facebook Twitter Email

Νοσταλγικές ιστορίες για ένα μέσο που πεθαίνει

Υπάρχουν ξεκάθαροι λόγοι που η αναχώρηση των ιερών τεράτων της λεγόμενης “χρυσής εποχής” του Ελληνικού, εμπορικού κινηματογράφου προκαλεί –ακόμα– μαζική συγκίνηση.
Εάν κάποιος το σκεφτεί λογικά, αυτοί που έχουν πραγματικά ζήσει την εποχή που ο μοναδικός κύριος Βουτσάς τραγουδούσε Φστ Μποινγκ είναι πάνω κάτω στα χρόνια του. Oι υπόλοιποι ούτε μυρωδιά δεν έχουμε πάρει από αυτή την περίοδο της Ελληνικής ιστορίας.

Κι όμως γνωριστήκαμε με όλους αυτούς τους χαρακτήρες μέσα από τις αέναες επαναλήψεις των Finos Films ταινιών των 50’s, 60’s, και 70’s μέσα από την τηλεόραση. Κι εδώ παίζει κάτι επίσης παράδοξο: Το ίδιο δηλαδή το μέσο που “κατατρόπωσε” τη δύναμη της μεγάλης οθόνης ως το μοναδικό τότε μέσον ψυχαγωγίας του κόσμου, ήταν κι εκείνο που ανέδειξε τις Ελληνικές κωμωδίες ως καλτιά (αυτή είναι και η περίπτωση του Θανάση Βέγγου).

Πως άλλωστε; Ποιος δεν έχει περιμένει να αλλάξει κανάλι αφού πρώτα πει ο Βουτσάς την ατάκα “έχω και κότερο πάμε μια βόλτα” αναμένοντας ότι έτσι θα “πέσει” εύκολα η καλλονή με το μπαλκονάτο φλοράλ μπικίνι, την ακλόνητη 60’s κουάφ και μπλαζέ ύφος γυναίκας-κυνηγού πλούσιου γαμπρού σε παραθαλάσσιο resort. Ποιος δεν έχει δει παρέα με τους γονείς του τον “Γαμπρό από το Λονδίνο” (πατέρα, έχει Λονδίνο η Καλαμάτα;) και θυμάται ότι το χιούμορ της ταινίας τον ένωνε με τον μπαμπά του; Όλοι το έχουμε ζήσει αυτό.

Ξεχνάμε όμως σχεδόν τι βλέπουμε. Αυτό που βλέπουμε είναι μια ζόρικη εποχή που όλοι αναζητούσαν μια θέση στο ήλιο. Πίσω από τις ερμηνείες που εξωράιζαν μια εποχή φτώχειας, κοινωνικών ανισοτήτων και σεξισμού ο οποίος ερχόταν μπούμερανγκ και στα δύο φύλα (π.χ ο Ηλιόπουλος δεν μπορεί να αποκαλύψει τη σχέση του εάν πρώτα δεν παντρευτεί η μικρή του αδερφή!) ο νεαρόκοσμος ήθελε να ζήσει ένα παρόν πιο cool και Ευρωπαϊκού τύπου με αληθινό έρωτα, ηλεκτρικό ψυγείο και μοντέρνο διαμέρισμα.

Μια πιθανή απάντηση στη συγκίνηση που νιώθουμε όλοι όταν ένα από τα τελευταία ιερά τέρατα γέλιου εκείνης της εποχής αποχωρεί, έχει να κάνει με τη δύναμη που είχαν αυτές οι ταινίες να καλλιεργούν τη συλλογική μνήμη. Περιέγραφαν γλαφυρά την Ελληνική πραγματικότητα που παραμένει σε πολλές απόψεις ίδια έως και σήμερα, γυρίζοντας γύρω από τους ματαιωμένους ευσεβείς πόθους της Ελληνικής λογικής (βόλεμα, οικογενειοκρατία, πατέρας-θεός) και το πιο σημαντικό, χρησιμοποιώντας χιούμορ τόσο, μα τόσο απελπιστικά οικείο που ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα ακούγεται ακόμα και μετά από τρεις γενιές σαν να γράφτηκε σήμερα.

Το περίεργο είναι ότι οι Ελληνικές ταινίες της Finos Films και μάλιστα οι κωμωδίες, είναι ένας καλός λόγος για να πατήσεις το κουμπί της τηλεόρασης και να μείνεις μπροστά της για λίγο. Είναι ο λόγος που ο θάνατος του ηθοποιού Κώστα Βουτσά σε έκανε να νιώσεις σαν να έφυγε ένας μακρινός θείος σου (σ.σ η τηλεόραση είχε τη δύναμη να φέρνει τους χαρακτήρες μέσα στο σπίτι). Τέλος, ο λόγος που ξεκαρδίζεσαι όταν στο φιλμ (ένα από τα καλύτερα women empow­er­ment της εποχής) “Δεσποινίς Διευθυντής” η Τζένη Καρέζη διαλοστέλνει τον Αλεξανδράκη ως ένα new entry κορίτσι καριέρας που δεν τα σηκώνει φθηνές ειρωνείες. https://www.youtube.com/watch?v=BkTcVmIf8HA

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ηθοποιοί που έγραψαν ιστορία και μια γενιά που ήθελε να νιώσει επιτέλους τη χαρά της ζωής. Κι αυτό είναι κάτι σημαντικό.

Δείτε ακόμα:



Leave a Reply


+ 3 = 9